Ποια είναι η έννοια της λέξης mok;

mok

* Ουσιαστικό

* Μια παρωχημένη μονάδα μέτρησης για υγρά ίσα με περίπου μία αυτοκρατορική πίντα.

* (Σκωτία) Ένα μέτρο σιτηρών.

* Ρήμα

* (κυρίως στην Ιρλανδία) να κλέψει.

* (Σκωτία) για την κατάσχεση ή την άρση.

* Παρέμβαση

* (άτυπη) που χρησιμοποιείται για να εκφράσει την αηδία ή την περιφρόνηση.