Τι σημαίνει το άθλιο;

αγανακτισμένη σημαίνει συναίσθημα ή δείχνοντας θυμό ή ενόχληση, συνήθως ως αντίδραση σε κάτι άδικο ή ανάξιο.

Παραδείγματα:

- Ήταν αγανακτισμένη με τον τρόπο που είχε αντιμετωπιστεί.

- Ένιωσε αγανακτισμένος όταν είδε τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκε ο πολιτικός.

- Η αγανακτισμένη απάντηση από τους διαδηλωτές κατέδειξε την οργή και την απογοήτευσή τους.

- Ο αγανακτισμένος τόνος στη φωνή του έδειξε την οργή και την αποδοκιμασία του.

- Η αγανακτισμένη επιστολή που έγραψε στον συντάκτη εξέφρασε τα έντονα συναισθήματά της για το θέμα.